Money buys everything except ..

στις

Μετά από 8 μήνες μπασκετικού θεάματος και αγωνίας, η φετινή Euroleague έφτασε στο τέλος της. Ως Ολυμπιακούς μας άφησε με ανάμεικτα συναισθήματα … αρχικά την απογοήτευση του χαμένου τελικού, αλλά στη συνέχεια την περηφάνια για την πορεία της ομάδας (με αποκορύφωμα τα παιχνίδια των Play Off και του ημιτελικού με την ΤΣΣΚ). Ταυτόχρονα μας άφησε και απορίες … π.χ. τι θα γινόταν αν δεν τραυματιζόταν οι Χάκετ και Λοτζέσκι, αν ο Γιανγκ επανερχόταν στο επίπεδο που τον είχαμε δει ως παίκτη της Γαλατά, αν οι Πρίντεζης και Σπανούλης δεν έμεναν από δυνάμεις στον τελικό, αν το παιχνίδι δεν γινόταν στην Τουρκία, αν ο Σφαιρό είχε πάρει τεσσάρι, αν είχε αντικαταστήσει με καλύτερο παίκτη τον Χάκετ κλπ. Δυστυχώς όμως με τις υποθέσεις δεν φτιάχνονται πραγματικότητες – It is what it is και εντέλει πήραμε αυτό που μπορούσαμε, αυτό για το οποίο δουλέψαμε και ενδεχομένως να πήραμε και κάτι περισσότερο από αυτό που υποστήριζε η δυναμική του τελικού (μετά από τους τραυματισμούς) ρόστερ. Η ζωή συνεχίζεται και τώρα η προσοχή των περισσοτέρων είναι στους τελικούς με τον ΠΑΟ οπότε και θα περιμένουμε να δούμε την αποτελεσματικότητα της ομάδας κόντρα σε ένα πιο ξεκούραστο και ίσως με μεγαλύτερο κίνητρο για τον τίτλο αντίπαλο. Μέχρι τότε θα είναι καλό να βάλουμε στην αναμονή τον φετινό απολογισμό.

Νομίζω πως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να ασχοληθούμε λίγο για την Euroleague το νέο format και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Προσπαθώ στο μέτρο του δυνατού να είμαι λογικός και αντικειμενικός αλλά στο συγκεκριμένο θέμα ομολογώ πως έχω τα κολλήματα μου. Αρχικά να δηλώσω προς όλες τις κατευθύνσεις πως είμαι φανατικός οπαδός του Ευρωπαϊκού μπάσκετ και των Ευρωπαϊκών διοργανώσεων. Δεν υποστηρίζω πως το Ευρωπαικό μπάσκετ είναι ανώτερο του ΝΒΑ, αλλά τρόπος παιχνιδιού στην Ευρώπη είναι αισθητικά και τακτικά πιο μεθοδικός και δημιουργεί τις συνθήκες για μεγαλύτερο συνδυασμό αγωνιστικής σκέψης / δράσης – τουλάχιστον στα μάτια μου.

Π.χ. Το έξτρα βηματάκι που κάνουν οι περισσότεροι Αμερικανοί αλλά και η ανοχή των διαιτητών στην μεταφορά της μπάλας πάνω στην τρίπλα μπορεί να δημιουργεί μερικές εντυπωσιακές φάσεις στο “μαγικό κόσμο” του ΝΒΑ αλλά ταυτόχρονα είναι και λίγο cheat προς το παιχνίδι και τους κανόνες του. Γιατί ας πούμε δεν επιτρέπονται και τα 3 και 4 βήματα χωρίς να σκάσεις την μπάλα? Γιατί πολύ απλά θα σκοτώσει την αισθητική και τον ήδη καταγεγραμμένο τρόπο παιχνιδιού στη συνείδηση του παίκτη, προπονητή και των φιλάθλων. Ο τρόπος που αγωνίζονται οι ομάδες έχει ξεκάθαρους κανόνες και ένας από αυτούς είναι το πόσα βήματα μπορείς να κάνεις και αυτοί οι βασικοί κανονισμοί είναι και ο χαρακτήρας του σπορ. Στις ΗΠΑ οι νεωτερισμοί και το να ζεις στις παρυφές του συστήματος είναι χαρακτηριστικό μεγάλων κοινωνικών ομάδων και εν μέρη είναι πολιτισμικά αποδεκτό. Σε αντίθεση με την ευρώπη όπου η παράδοση συνεχίζει να έχει ιδιαίτερη σημασία μέχρι και σήμερα.

Στην Ευρώπη είμαστε περισσότερο συντηρητικοί και λιγότερο ευέλικτοι στις αλλαγές – παρότι θεωρούμε πως είμαστε εξίσου ανοικτοί στις νέες ιδέες. Για αυτό και για όσους είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία θα θυμούνται πως όταν πήγαμε από τα 30” στα 24” στο χρόνο επίθεσης, 9 στους 10 προπονητές έλεγαν πως όντως θα βοηθούσε στην εξέλιξη του παιχνιδιού στην Ευρώπη – αλλά ταυτόχρονα δεν ήξεραν πως να αλλάξουν και να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Η πραγματικότητα είναι πως και το 24” βοήθησε αλλά και πως στη βάση τους οι βασικές ιδέες / αρχές του Ευρωπαικού μπάσκετ δεν άλλαξαν αλλά μετεξελίχθηκαν.

Άλλο ένα αρνητικό στοιχείο του αμερικανικού τρόπου παιχνιδιού είναι το πόσες επιθέσεις καταλήγουν να είναι μια καθαρά ISO κατάσταση. Είναι τόσες πολλές που ώρες ώρες νιώθεις πως βλέπεις μονό σε γηπεδάκι – με την διαφορά πως παίζουν και ακόμα 8 μαντράχαλοι που χαζεύουν τους 2 τύπους που κάνουν το κέφι τους. Δεν είναι κακό απαραίτητα αυτό (ειδικά όταν έχεις να κάνεις με αθλητές τέρατα και με απίστευτη ικανότητα σαν αυτούς) αλλά είναι στην τελική χαζό να πληρώνεις $100m salary cup το χρόνο για να βάλεις 10 άτομα να παίξουν 82 παιχνίδια και στην συντριπτική πλειοψηφία του χρόνου ναι παίζουν 1-on-1 και αυτό χωρίς να προσπαθούν ιδιαίτερα να παίξουν άμυνα. Είναι γενίκευση αυτό και σίγουρα όχι ακριβές για όλες τις ομάδες – αλλά η συνηθισμένη εικόνα στα περισσότερα παιχνίδια είναι χαλαρές έως ανύπαρκτες άμυνες και στην επίθεση μερικούς τύπους (Franchise Players) που σουτάρουν no matter what 25-30 σουτ στο παιχνίδι να παίζουν με το ένστικτο και με περιορισμένη διάθεση <sic> να προσαρμοστούν στα συστήματα των προπονητών τους. Δεν είναι τυχαίο πως στις περισσότερες ομάδες οι αστέρες καθορίζουν το ρόστερ και οι προπονητές διαχειρίζονται κυρίως τις καταστάσεις και τις προσωπικότητες.

Και αφότου τελειώσει ο χαβαλές της Regular season ξεκινάει υποτίθεται το πραγματικό παιχνίδι που παίζεται στα Play Off – και εκεί όντως παίζουν περισσότερο συγκεντρωμένα και με πολύ μεγαλύτερη ένταση αλλά τακτικά δεν θα δει κανείς και πολύ σημαντικές διαφορές. Όλη η ουσία θα συμπυκνωθεί στις αποφάσεις που πήρε και στην αποτελεσματικότητα του Franchise player στις κρίσιμες στιγμές του αγώνα. Γιατί η δομή των αμερικάνικων σπορ είναι ξεκάθαρη ο ηγέτης (NFL Quarterback, Baseball Pitcher, Basketball Franchise Player) είναι αυτός που θα καθορίσει το τελικό αποτέλεσμα.Και όλοι ασχολούνται με το αυτό βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την έννοια ομάδα και τον τρόπο παιχνιδιού.

Δυστυχώς όλο αυτό το θέαμα δεν μου κάνει σε προσωπικό επίπεδο και προτιμώ να βλέπω κατώτερους σε ποιότητα μπασκετμπολίστες να προσπαθούν να εκτελέσουν πολύπλοκα συστήματα (σχεδόν σαν χορογραφίες) με κύριο όπλο τους την καλή γνώση των βασικών και το μυαλό τους. Αλλά αυτό είναι και δικό μου κόλλημα – και ως γνωστόν περί ορέξεως

Παρόλα αυτά όποιος τρόπος παιχνιδιού και να σου αρέσει – αυτό που όλοι οι φίλοι του basketball θέλουμε είναι να βλέπουμε το σπορ να μεγαλώνει. Νέοι και καλύτεροι αθλητές να αναδεικνύονται και το επίπεδο των ομάδων να ανεβαίνει ώστε να παρακολουθούμε όσο γίνεται περισσότερους αγώνες υψηλού επιπέδου. Αυτό ήταν νομίζω και η αρχική πρόθεση της Euroleague όταν και οι μεγάλες ομάδες της εποχής ανεξαρτητοποιήθηκαν και δημιούργησαν αυτό το νέο πρωτάθλημα. Ο σκοπός ήταν να οργανώσουν ένα πρωτάθλημα σε επαγγελματικά πρότυπα και μακριά από τους ερασιτεχνισμούς και την εποπτεία της ΦΙΜΠΑ η οποία δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας κεντρικός μηχανισμός ελέγχου και καθοδήγησης του σπορ στα μέτρα και στα σταθμά που εξυπηρετούσε τους διοικούντες της .

Σε γενικές γραμμές αυτοί οι “αξιωματούχοι” προέρχονταν από τις εθνικές ομοσπονδίες – συγκοινωνούντα δοχεία. (Οι οποίες για να δημιουργηθούν έπρεπε να έχουν την έγκριση τους) Οι δε ομοσπονδίες των χωρών με χρήματα που διεκδικούσαν από τους κρατικούς προϋπολογισμούς εξασφάλιζαν πόστα και αξιώματα για τους ίδιους και τους υπαλλήλους τους – και φορώντας τον μανδύα του ιδεαλιστή που ήθελε να προάγει το σπορ ζούσαν ζωές χαρισάμενες και κάθε άλλο σχετιζόμενες με τις αμοιβές ενός ερασιτέχνη των σπόρ – όπως οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν. Παρήγαγαν όμως και σημαντικό έργο ειδικά στην αρχές που το basketball ξεκίνησε να αναπτύσσεται στην Ευρώπη. Δημιουργήθηκαν υποδομές, εγκαταστάσεις, συντονίστηκαν πρωταθλήματα σε διάφορες κατηγορίες και κυρίως εκπαιδεύτηκαν και προωθήθηκαν χιλιάδες παιδιά στο να μάθουν τα βασικά του παιχνιδιού στα σχολεία. Στην πορεία οι ομοσπονδίες δημιούργησαν κεντρικό όργανο για τον έλεγχο των ευρωπαϊκών διοργανώσεων και εκπονούσαν κεντρικά / εθνικά και διεθνή προγράμματα ανάπτυξης παικτών, προπονητών, διαιτητών τα οποία φυσικά και χρηματοδοτούσαν με την σειρά τους φίλα προσκείμενους αθλητικούς οργανισμούς / ομάδες, προπονητές, διαιτητές στις χώρες – και οτιδήποτε άλλο χρειαζόταν το σύστημα για να διασφαλίσει την διαιώνιση του.

Στην ουσία είχαν φτιάξει ένα κλειστό κύκλωμα μη ελεγχόμενο από κανέναν και κυρίως αυτοχρηματοδοτούμενο από τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Για να συμμετέχεις σε αυτό είπαν στις ομάδες εμείς καθορίζουμε το πως και το τι, και εσείς θα λειτουργείται κάτω από την εποπτεία μας με τους κανόνες που θα σας ορίζουμε. Σε ορισμένες περιπτώσεις καθόριζαν μέσω όλου αυτού του κεντρικού ελέγχου (δελτία, δικαιώματα μεταγραφών, διαιτησία, ποινές) και το τελικό αποτέλεσμα μικρών και μεγάλων διοργανώσεων (και αυτό συνέβαινε σε διάφορα επίπεδα). Όμως όλα αυτά ήταν “ανεκτά” όσο το σπορ παρέμενε καθαρά ερασιτεχνικό – αλλά με την είσοδο του επαγγελματισμού στο χώρο άρχισαν τα προβλήματα.

Οι μεγάλες ομάδες δεν μπορούσαν πλέον να δεχτούν πως τα χρήματα που επένδυαν σε αθλητές προπονητές και υποδομές δεν είχαν σημαντικό αντίκρυσμα γιατί δεν μπορούσαν να έχουν την εμπορική διαχείριση – το ζήτημα της εποχής ήταν τα τηλεοπτικά δικαιώματα και η αναντιστοιχία μπάσκετ / ποδοσφαίρου στα έσοδα. Θεωρούσαν πως ο κεντρικός σχεδιασμός καθόριζε τον τρόπο εξέλιξης του παιχνιδιού και υποβάθμιζε την αξία του. Ότι οι ομοσπονδίες με τις πλάτες της FIBA έβαζαν περιορισμούς στην χρήση των ξένων παικτών στα εθνικά και ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Και τέλος πως η FIBA έκανε κουμάντο στα σωματεία τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είχαν καν δικαίωμα να θέσουν βέτο στις όποιες αποφάσεις των κεντρικών της οργάνων. Παρόλα ταύτα οι μεγάλες ομάδες ήταν διατεθειμένες να συνεχίσουν να λειτουργούν υπό την ομπρέλα της FIBA αρκεί να έπαιρναν στα χέρια τους τον οικονομικό έλεγχο των Ευρωπαϊκών διοργανώσεων στις οποίες και συμμετείχαν. Αλλά η αλαζονεία των διοικούντων στης ΦΙΜΠΑ και η θεώρηση τους πως αυτοί είναι οι ιδιοκτήτες του σπορ (ειδικά στην Ευρώπη) τους οδήγησαν σε ορισμένες ενέργειες που τους έφεραν αντιμέτωπους με τους ιδιοκτήτες των ομάδων. Ανθρώπων με ενδεχομένως μεγαλύτερα Ego και σίγουρα πορτοφόλια από τους προέδρους της ΦΙΜΠΑ και των ομοσπονδιών – η ρήξη ήταν απλά θέμα χρόνου. Και έτσι την σαιζόν 2000-2001 οι ομάδες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους αποσχίστηκαν και δημιούργησαν την Euroleague.

Το ποιος είχε μεγαλύτερο δίκιο ή άδικο σε αυτή την ιστορία είναι καθαρά υποκειμενικό, αυτό όμως που θα πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι αν μετά την αλλαγή το σπορ στην Ευρώπη ωφελήθηκε ή ζημιώθηκε. Και νομίζω πως σε αυτό θα συμφωνήσουν οι περισσότεροι πως ήταν βήμα προς τα εμπρός. Οι ομάδες ενισχύθηκαν με αρκετούς ξένους παίκτες και προπονητές και άρχισε να δημιουργείται μια νέα προσέγγιση του παιχνιδιού που αφομοίωσε πολλά στοιχεία από διάφορες μεγάλες ευρωπαϊκές σχολές, υιοθέτησε πολλά στοιχεία από το αμερικάνικο κολεγιακό πρωτάθλημα και βελτίωσε τακτικά το παιχνίδι. Η μεθοδολογία και ευρωπαϊκές ιδέες εξελίχθηκαν και δημιούργησαν σημαντικούς Ευρωπαίους παίκτες και προπονητές και πλέον η Euroleague θεωρείται το καλύτερο πρωτάθλημα μετά το ΝΒΑ παγκοσμίως. Ειδικά δε ο τρόπος που λειτούργησε η Euroleague στο format των προηγούμενων ετών με τις 24 ομάδες έδωσε την ευκαιρία σε πολλά σωματεία από διάφορες χώρες να αγωνισθούν στο υψηλότερο επίπεδο. Είδαμε να δημιουργούνται σπουδαίες ομάδες σε διαφορετικές χώρες και το ενδιαφέρον για το παιχνίδι αυξήθηκε στην Ευρώπη κατακόρυφα.

Το κακό είναι πως τα τελευταία χρόνια η προσπάθεια της Euroleague να δημιουργήσει ένα υψηλού επιπέδου αθλητικό προϊόν ταυτίστηκε μονοδιάστατα με την οικονομική ανέλιξη και την αύξηση των εσόδων των ομάδων. Ειδικά δε η απόφαση για το κλειστό πρωτάθλημα των 16 ομάδων με 11 κλειστά συμβόλαια 10ετούς διάρκειας είναι αθλητικά και ηθικά ανακόλουθη με την υποτιθέμενη πρόθεση της Euroleague να αναδείξει το Ευρωπαϊκό μπάσκετ σε συλλογικό επίπεδο. Μπορεί με την the Less is More οπτική να δημιούργησαν περισσότερους υψηλού ενδιαφέροντος αγώνες και έσοδα αλλά ταυτόχρονα με την επιλογή των κλειστών συμβολαίων έβαλαν απέναντι τους όλη την υπόλοιπη ευρωπαϊκή μπασκετική κοινότητα. Ο λόγος απλός – το κάθε σωματείο, προπονητής και αθλητής αγωνίζεται για να κερδίσει να αναδειχθεί και να διεκδικήσει μια θέση στην ευρωπαϊκή ελίτ δια μέσω των αποτελεσμάτων μέσα στο γήπεδο. Αλλά πλέον δεν μπορούν όλοι να ελπίζουν σε αυτόπαρά μόνο όσοι αγωνίζονται σε κάποιο από αυτά τα Clubs των εγγυημένων συμβολαίων συμμετοχής. Ενώ για τις υπόλοιπες ομάδες δεν υπάρχει καν το παραθυράκι ενός προκριματικού γύρου που να μπορούν να διεκδικήσουν έστω οι πρωταθλητές των εθνικών πρωταθλημάτων μια θέση στο Τοπ16. Κοινώς οι μεγάλες ομάδες έγιναν οι ίδιες ο δυνάστης που απεχθάνονταν στο παρελθόν και πλέον θα πρέπει να ζήσουν με τις συνέπειες των ενεργειών τους.

Όποιος έχει παίξει οργανωμένο μπάσκετ σε οποιαδήποτε κατηγορία και νοιάζεται για το παιχνίδι σίγουρα θα καταλαβαίνει την πίκρα και την απογοήτευση αυτών των αθλητών που πλέον οι πιθανότητες τους να βρεθούν εκεί έχουν σημαντικά περιοριστεί. Για τους δε φιλάθλους απαξιώνεται η επιτυχία των ομάδων τους όταν δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τους καλύτερους αλλά παίζουν μόνο με τους οικονομικά ευκατάστατους. Κλασσικό παράδειγμα η Νταρουσάφακα ομάδα δημιούργημα του χορηγού της Euroleague Dogus (η οποία και μάλλον θα περάσει στο παρασκήνιο μετά την επιλογή της Dogus να στηρίξει την Fenerbahce από του χρόνου). Το Ευρωπαϊκό μπάσκετ έχει δομηθεί στις πλάτες των μεγάλων ομάδων που αναδείχθηκαν από τα εθνικά τους πρωταθλήματα και ως πρωταθλητές (ή στις καλύτερες ομάδες βάση τελικής κατάταξης) κέρδισαν αγωνιστικά το ΔΙΚΑΙΩΜΑ να αγωνιστούν στις διεθνείς διοργανώσεις. Και αυτό είναι η μπασκετική μας παράδοση.

Η λογική της εταιρείας / ομάδας που αγωνίζεται εκεί που αγωνίζεται λόγω αγοράς και δυνατοτήτων εμπορικής εκμετάλλευσης δεν έχει στην Ευρώπη την ίδια απήχηση όπως π.χ. στις ΗΠΑ και νομοτελειακά θα καταρρεύσει. Ο λόγος είναι πως ο πελάτης / οπαδός έχει συναισθηματικά κριτήρια επιλογής και για αυτό υποστηρίζει ότι υποστηρίζει. Δεν πάει στο γήπεδο η παρακολουθεί την ομάδα του στην τηλεόραση γιατί έχει τους καλύτερους παίκτες αλλά γιατί του αρέσει το παιχνίδι και ταυτίζεται με το συγκεκριμένο Club. Αν λοιπόν λες στον οπαδό του π.χ. του ΑΡΗ της Βαρέζε, της Λιμόζ, της Καντού,της Βιρτους Μπολόνια, της Τσιμπόνα και τόσων άλλων πως θα σε αφήνω εκτός διοργάνωσης ακόμα και αν το κερδίσεις αγωνιστικά! Απαξιώνεις την ίδια την διοργάνωση και αποκόβεσαι από ένα καθαρά μπασκετικό κοινό που πραγματικά νοιάζεται για αυτό που κάνεις. Με αφορμή λοιπόν τις σκέψεις των διοργανωτών για επέκταση των ομάδων σε 18 από τις επόμενες σαιζόν θα ήταν καλό να σκεφτούν και πως θα συνδέσουν ένα σημαντικό αριθμό θέσεων με κάποιου είδους προκριματικό γύρο (τύπου ποδοσφαιρικού Champions League) ώστε να νιώσει ξανά οι μπασκετική κοινότητα πως παρακολουθεί την Euroleague το πρωτάθλημα των καλύτερων ομάδων στην Ευρώπη και όχι το κλειστό πρωτάθλημα των Ελίτ και των χορηγών τους.

Παραφράζοντας τον Rousseau

Money buys everything except morality and fans..”

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s